pop
Pronunciation
/pˈɔp/

Ορισμός και σημασία του "pop"στα γαλλικά

01

ποπ, δημοφιλής

lié à la musique, à l'art ou à la culture populaire
pop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pop
αρσενικό πληθυντικό
pop
θηλυκό ενικό
pop
θηλυκό πληθυντικό
pop
Παραδείγματα
Les affiches pop décorent le café.
Οι αφίσες ποπ διακοσμούν το καφέ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store