Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pompage
01
action d'aspirer ou de refouler un liquide ou un gaz à l'aide d'une pompe
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le pompage continu a fini par assécher la rivière.



























