Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le poivrier
01
πιπεριέρα, μύλος πιπεριού
petit ustensile percé de trous ou muni d'un mécanisme pour saupoudrer du poivre à table
Παραδείγματα
Certains poivriers sont vendus avec la salière assortie.
Μερικά πιπεριέρα πωλούνται με αντίστοιχο αλατιέρα.
02
πιπεριά, φυτό πιπεριού
plante tropicale grimpante dont les fruits, séchés et moulus, donnent le poivre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
poivriers
Παραδείγματα
Le poivrier peut produire du poivre noir, blanc ou vert selon la maturation.
Το πιπεριά μπορεί να παράγει μαύρο, λευκό ή πράσινο πιπέρι ανάλογα με την ωρίμανση.



























