Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La parallélépipède
01
παραλληλεπίπεδο, παραλληλεπίπεδο
solide à six faces en parallélogrammes, dont les faces opposées sont parallèles et égales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
parallélépipèdes
Παραδείγματα
Un parallélépipède peut être droit ou oblique.
Ένα παραλληλεπίπεδο μπορεί να είναι ορθό ή πλάγιο.



























