Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le parallélogramme
01
παραλληλόγραμμο, γεωμετρικό σχήμα με τέσσερις πλευρές που οι απέναντι πλευρές είναι παράλληλες
figure géométrique à quatre côtés avec côtés opposés parallèles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
parallélogrammes
Παραδείγματα
Le parallélogramme a des côtés opposés égaux.
Το παραλληλόγραμμο έχει ίσες απέναντι πλευρές.



























