ombrer
ombrer

Ορισμός και σημασία του "ombrer"στα γαλλικά

ombrer
01

σκιάζω, προσθέτω σκιές

ajouter des ombres dans un dessin pour donner du relief ou du volume 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ombre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ombrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ombrerai
παθητική μετοχή
ombré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ombrions
Παραδείγματα
L'artiste ombre le visage pour accentuer les traits. 

Ο καλλιτέχνης σκιάζει το πρόσωπο για να τονίσει τα χαρακτηριστικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store