Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ombrer
01
σκιάζω, προσθέτω σκιές
ajouter des ombres dans un dessin pour donner du relief ou du volume
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ombre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ombrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ombrerai
παθητική μετοχή
ombré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ombrions
Παραδείγματα
L' élève apprend à ombrer correctement les objets.
Ο μαθητής μαθαίνει να σκιάζει σωστά τα αντικείμενα.



























