le jubé

Ορισμός και σημασία του "jubé"στα γαλλικά

01

τζουμπέ, χωριστικό του ιερού

mur ou clôture à l'intérieur d'une église, séparant la nef du chœur 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jubés
Παραδείγματα
Le jubé de cette cathédrale est sculpté de scènes bibliques. 

Το ζουμπέ αυτού του καθεδρικού ναού είναι σκαλισμένο με βιβλικές σκηνές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store