Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le jongleur
01
ζογκλέρ, γελωτοποιός
personne qui fait des numéros avec des objets qu'elle fait tourner ou voler
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jongleurs
Παραδείγματα
Le jongleur a lancé cinq balles en même temps.
Ο ζογκλέρ πέταξε πέντε μπάλες ταυτόχρονα.
02
τραγουδιστής περιπλανώμενος, βάρδος
artiste voyageur du passé qui chantait, jouait de la musique et racontait des histoires
Παραδείγματα
Le jongleur chantait des poèmes dans les châteaux.
Ο ζογκλέρ τραγουδούσε ποιήματα στα κάστρα.



























