Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le dépoussiérage
01
action de retirer la poussière d'un objet, d'un meuble ou d'une surface, -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le dépoussiérage a rendu la pièce plus agréable.



























