la cuticule

Ορισμός και σημασία του "cuticule"στα γαλλικά

La cuticule
[gender: feminine]
01

επιδερμίδα, μεμβράνη νυχιού

fine bande de peau qui protège la base de l'ongle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cuticules
Παραδείγματα
La cuticule protège l' ongle des bactéries.
Η επιδερμίδα προστατεύει το νύχι από τα βακτήρια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store