colérique
colérique
kɔleʁɪk
kawlerik
colchique

Ορισμός και σημασία του "colérique"στα γαλλικά

colérique
01

ευέξαπτος, ευερέθιστος

qui se met facilement en colère ou a un tempérament irritable 
colérique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus colérique
συγκριτικός βαθμός
plus colérique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
colérique
αρσενικό πληθυντικό
colériques
θηλυκό ενικό
colérique
θηλυκό πληθυντικό
colériques
Παραδείγματα
Il est colérique et se fâche rapidement. 

Είναι ευέξαπτος και θυμώνει γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store