Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colérique
01
ευέξαπτος, ευερέθιστος
qui se met facilement en colère ou a un tempérament irritable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus colérique
συγκριτικός βαθμός
plus colérique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
colérique
αρσενικό πληθυντικό
colériques
θηλυκό ενικό
colérique
θηλυκό πληθυντικό
colériques
Παραδείγματα
Il est colérique et se fâche rapidement.
Είναι ευέξαπτος και θυμώνει γρήγορα.



























