Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colérique
01
ευέξαπτος, ευερέθιστος
qui se met facilement en colère ou a un tempérament irritable
Παραδείγματα
Son tempérament colérique complique parfois les relations familiales.
Ο ευέξαπτος χαρακτήρας του περιπλέκει μερικές φορές τις οικογενειακές σχέσεις.



























