Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bugle
01
σάλπιγγα, τρομπέτα
instrument à vent de la famille des cuivres, semblable à la trompette mais avec un tube plus court et enroulé, utilisé dans les fanfares et la musique militaire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bugles
Παραδείγματα
Le bugle est utilisé pour les signaux militaires.
Το μπιούγκλ χρησιμοποιείται για στρατιωτικά σήματα.



























