bipolaire

Ορισμός και σημασία του "bipolaire"στα γαλλικά

01

διπολικός, που έχει ακραίες διακυμάνσεις διάθεσης μεταξύ ευφορίας και κατάθλιψης

qui a des variations extrêmes d'humeur entre euphorie et dépression
Παραδείγματα
Les enfants bipolaires ont besoin d' un suivi particulier.
Τα διπολικά παιδιά χρειάζονται ιδιαίτερη παρακολούθηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store