bipolaire
bi
bi
μπι
po
πο
laire
laɛ̯ʁ
λαερ

Ορισμός και σημασία του "bipolaire"στα γαλλικά

01

διπολικός, που έχει ακραίες διακυμάνσεις διάθεσης μεταξύ ευφορίας και κατάθλιψης

qui a des variations extrêmes d'humeur entre euphorie et dépression 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bipolaire
συγκριτικός βαθμός
plus bipolaire
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bipolaire
αρσενικό πληθυντικό
bipolaires
θηλυκό ενικό
bipolaire
θηλυκό πληθυντικό
bipolaires
θεματικό πεδίο
santé, psychologie, humeur
Παραδείγματα
Elle se sent bipolaire quand elle passe rapidement de la joie à la tristesse. 

Νιώθει διπολική όταν περνά γρήγορα από τη χαρά στη θλίψη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store