Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bistro
[gender: masculine]
01
μπιστρό, μικρό καφέ
petit café ou restaurant simple, souvent convivial et informel
Παραδείγματα
J' ai bu un café au bistro près de la gare.
Ήπια έναν καφέ στο μπιστρό κοντά στον σταθμό του τρένου.



























