évident
évident
evidɑ̃
evidaa

Ορισμός και σημασία του "évident"στα γαλλικά

01

προφανής, εμφανής

qui est clair, facile à comprendre ou à voir 
évident definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus évident
συγκριτικός βαθμός
plus évident
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
évident
αρσενικό πληθυντικό
évidents
θηλυκό ενικό
évidente
θηλυκό πληθυντικό
évidentes
Παραδείγματα
Il est évident qu'il dit la vérité. 

Είναι προφανές ότι λέει την αλήθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store