Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
évertuer
01
faire de grands efforts avec persévérance pour réussir quelque chose, souvent malgré des difficultés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
être
ενεστώτα μετοχή
évertuant
παθητική μετοχή
évertué
Παραδείγματα
Ils se sont évertués à réparer la machine avant le matin.



























