l'éventail
éventail
evɑ̃taj
evaatay

Ορισμός και σημασία του "éventail"στα γαλλικά

01

βεντάλια, χειροκίνητη βεντάλια

objet portable servant à créer un courant d'air pour se rafraîchir 
l'éventail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
éventails
Παραδείγματα
Elle agita son éventail pour se rafraîchir. 

Κούνησε το βεντάλι της για να δροσιστεί.

02

βεντάλια, εύρος

diversité ou gamme de possibilités 
l'éventail definition and meaning
Παραδείγματα
Cette entreprise propose un large éventail de services numériques. 

Αυτή η εταιρεία προτείνει ένα ευρύ φάσμα ψηφιακών υπηρεσιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store