Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
évanouir
01
λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις
perdre conscience soudainement et tomber
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
évanouis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
évanouissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
évanouirai
ενεστώτα μετοχή
évanouissant
παθητική μετοχή
évanoui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
évanouissions
Παραδείγματα
Après l' accident, elle s' est évanouie sur place.
Μετά το ατύχημα, λιποθύμησε επί τόπου.



























