évanouir
Pronunciation
/evanwiʀ/

Ορισμός και σημασία του "évanouir"στα γαλλικά

évanouir
01

λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις

perdre conscience soudainement et tomber
évanouir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
évanouis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
évanouissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
évanouirai
ενεστώτα μετοχή
évanouissant
παθητική μετοχή
évanoui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
évanouissions
Παραδείγματα
Après l' accident, elle s' est évanouie sur place.
Μετά το ατύχημα, λιποθύμησε επί τόπου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store