Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
évanouir
01
λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις
perdre conscience soudainement et tomber
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
évanouis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
évanouissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
évanouirai
ενεστώτα μετοχή
évanouissant
παθητική μετοχή
évanoui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
évanouissions
Παραδείγματα
Elle s'est évanouie en voyant le sang.
Αυτή λιποθύμησε βλέποντας το αίμα.



























