évacuer
évacuer
evakɥe
evaküe
évaluer

Ορισμός και σημασία του "évacuer"στα γαλλικά

évacuer
01

دفع کردن , -

γραμματικές πληροφορίες
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
évacuant
παθητική μετοχή
évacué
Παραδείγματα
Il prend un médicament pour évacuer les toxines. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store