étourdir
étourdir
etudir
etoodir
détruireradoucirnoircirélargir

Ορισμός και σημασία του "étourdir"στα γαλλικά

étourdir
01

ζαλίζω, μπερδεύω

rendre quelqu'un confus ou désorienté 
étourdir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
étourdis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
étourdissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
étourdirai
παθητική μετοχή
étourdi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
étourdissions
Παραδείγματα
Le bruit fort l'a étourdi pendant quelques minutes. 

Ο δυνατός θόρυβος τον ζάλισε για λίγα λεπτά.

02

ζαλίζω, εξαντλώ

fatiguer ou surmener quelqu'un au point qu'il perde ses capacités normales 
étourdir definition and meaning
Παραδείγματα
Le travail intensif l'a étourdi toute la semaine. 

Η εντατική εργασία τον ζάλισε όλη την εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store