Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
étourdir
01
ζαλίζω, μπερδεύω
rendre quelqu'un confus ou désorienté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
étourdis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
étourdissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
étourdirai
παθητική μετοχή
étourdi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
étourdissions
Παραδείγματα
La chaleur intense peut étourdir les coureurs.
Η έντονη ζέστη μπορεί να ζαλίσει τους δρομείς.
02
ζαλίζω, εξαντλώ
fatiguer ou surmener quelqu'un au point qu'il perde ses capacités normales
Παραδείγματα
La réunion interminable l' a étourdi mentalement.
Η ατελείωτη συνάντηση τον ζάλισε διανοητικά.



























