Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
étonné
01
έκπληκτος, καταπληγμένος
surpris par quelque chose d'inattendu
Παραδείγματα
Il est étonné par le résultat de l' expérience.
Είναι έκπληκτος από το αποτέλεσμα του πειράματος.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
έκπληκτος, καταπληγμένος