éternuer
éternuer
etɛʁnɥe
eternüe
éterniser

Ορισμός και σημασία του "éternuer"στα γαλλικά

éternuer
01

φταρνίζομαι, φταρνίζομαι

faire un mouvement brusque d'expiration par le nez et la bouche dû à une irritation 
éternuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éternue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éternuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éternuerai
ενεστώτα μετοχή
éternuant
παθητική μετοχή
éternué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éternuions
Παραδείγματα
J'ai éternué trois fois de suite ce matin. 

Φτέρνισα τρεις φορές στη σειρά σήμερα το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store