Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éternuer
01
φταρνίζομαι, φταρνίζομαι
faire un mouvement brusque d'expiration par le nez et la bouche dû à une irritation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éternue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éternuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éternuerai
ενεστώτα μετοχή
éternuant
παθητική μετοχή
éternué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éternuions
Παραδείγματα
Il a éternué si fort qu' il s' est fait mal au dos.
Φτάρνισκε τόσο δυνατά που πλήγωσε την πλάτη του.



























