l'éternuement
Pronunciation
/etɛʁnyəmˈɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "éternuement"στα γαλλικά

L'éternuement
01

φτάρνισμα, φτάρνισμα

action d'éternuer, expulsion brutale d'air par le nez et la bouche
l'éternuement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
éternuements
Παραδείγματα
Elle a essayé de retenir son éternuement pendant le concert.
Προσπάθησε να συγκρατήσει το φτάρνισμά της κατά τη διάρκεια της συναυλίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store