l'éternuement
éternuement
etɛʁnymɑ̃
eternymaa

Ορισμός και σημασία του "éternuement"στα γαλλικά

L'éternuement
01

φτάρνισμα, φτάρνισμα

action d'éternuer, expulsion brutale d'air par le nez et la bouche 
l'éternuement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
éternuements
Παραδείγματα
Un éternuement bruyant a interrompu le silence. 

Ένα δυνατό φτάρνισμα διέκοψε τη σιωπή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store