Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'éternuement
01
φτάρνισμα, φτάρνισμα
action d'éternuer, expulsion brutale d'air par le nez et la bouche
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
éternuements
Παραδείγματα
Un éternuement bruyant a interrompu le silence.
Ένα δυνατό φτάρνισμα διέκοψε τη σιωπή.



























