Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'éternité
[gender: feminine]
01
αιωνιότητα, ατέλειωτο
durée sans commencement ni fin, existence infinie
Παραδείγματα
Ils se sont juré fidélité pour l' éternité.
Ορκίστηκαν πίστη για την αιωνιότητα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αιωνιότητα, ατέλειωτο