l'éternité
Pronunciation
/etɛʀnite/

Ορισμός και σημασία του "éternité"στα γαλλικά

L'éternité
[gender: feminine]
01

αιωνιότητα, ατέλειωτο

durée sans commencement ni fin, existence infinie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Ils se sont juré fidélité pour l' éternité.
Ορκίστηκαν πίστη για την αιωνιότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store