l'éterni
é
e
ε
ter
tɛʁ
τερ
ni
ni
νι
te
τε

Ορισμός και σημασία του "éternité"στα γαλλικά

01

αιωνιότητα, ατέλειωτο

durée sans commencement ni fin, existence infinie 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Certains croient en l'éternité de l'âme. 

Μερικοί πιστεύουν στην αιωνιότητα της ψυχής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store