éteint
éteint
etẽ
et
étainétang

Ορισμός και σημασία του "éteint"στα γαλλικά

01

σβηστός, κλειστός

qui n'émet plus de lumière ou de chaleur 
éteint definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus éteint
συγκριτικός βαθμός
plus éteint
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
éteint
αρσενικό πληθυντικό
éteints
θηλυκό ενικό
éteinte
θηλυκό πληθυντικό
éteintes
Παραδείγματα
La lumière de la chambre est éteinte. 

Το φως στο δωμάτιο είναισβηστό.

02

αδύναμος, σβησμένος

qui manque de force ou d'énergie 
éteint definition and meaning
Παραδείγματα
Le chat semble éteint aujourd'hui. 

Η γάτα φαίνεται σβησμένη σήμερα.

03

εξαφανισμένος, ξεσβησμένος

qui n'existe plus, qui a disparu ou qui n'est plus actif 
éteint definition and meaning
Παραδείγματα
Le dodo est un oiseau éteint. 

Το ντόντο είναι ένα εξαφανισμένο πουλί.

04

σβησμένος, θαμπός

qui manque de vivacité ou d'éclat 
Παραδείγματα
Voix éteinte ne résonne pas dans la salle. 

Σβησμένη φωνή δεν αντηχεί στην αίθουσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store