Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
équilibré
01
ισορροπημένος, αρμονικός
qui est stable et harmonieux dans ses comportements ou ses opinions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus équilibré
συγκριτικός βαθμός
plus équilibré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
équilibré
αρσενικό πληθυντικό
équilibrés
θηλυκό ενικό
équilibrée
θηλυκό πληθυντικό
équilibrées
Παραδείγματα
Un débat équilibré prend en compte tous les points de vue.
Μια ισορροπημένη συζήτηση λαμβάνει υπόψη όλες τις απόψεις.



























