équilibré
équilibré
ekilibʁe
ekilibre
équilibrer

Ορισμός και σημασία του "équilibré"στα γαλλικά

équilibré
01

ισορροπημένος, αρμονικός

qui est stable et harmonieux dans ses comportements ou ses opinions 
équilibré definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus équilibré
συγκριτικός βαθμός
plus équilibré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
équilibré
αρσενικό πληθυντικό
équilibrés
θηλυκό ενικό
équilibrée
θηλυκό πληθυντικό
équilibrées
Παραδείγματα
C'est une personne parfaitement équilibrée. 

Είναι ένα τέλεια ισορροπημένο άτομο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store