Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
épuiser
01
εξαντλώ, καταναλώνω
utiliser quelque chose jusqu'à ce qu'il n'en reste plus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
épuise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
épuisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
épuiserai
ενεστώτα μετοχή
épuisant
παθητική μετοχή
épuisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
épuisions
Παραδείγματα
Ce travail a épuisé mon énergie.
Αυτή η δουλειά εξάντλησε την ενέργειά μου.
02
εξαντλούνται, διακόπτεται η έκδοση
ne plus être disponible à la vente parce que tous les exemplaires ont été vendus
Παραδείγματα
La première édition s' est épuisée en deux jours.
Η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε σε δύο ημέρες.



























