épuiser
épuiser
epɥize
epüize
épuisé

Ορισμός και σημασία του "épuiser"στα γαλλικά

épuiser
01

εξαντλώ, καταναλώνω

utiliser quelque chose jusqu'à ce qu'il n'en reste plus 
épuiser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
épuise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
épuisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
épuiserai
ενεστώτα μετοχή
épuisant
παθητική μετοχή
épuisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
épuisions
Παραδείγματα
Nous avons épuisé toutes nos ressources. 

Έχουμε εξαντλήσει όλους τους πόρους μας.

02

εξαντλούνται, διακόπτεται η έκδοση

ne plus être disponible à la vente parce que tous les exemplaires ont été vendus 
Παραδείγματα
Ce livre est épuisé depuis des années. 

Αυτό το βιβλίο είναι εξαντλημένο εδώ και χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store