épuiser
Pronunciation
/epɥize/

Ορισμός και σημασία του "épuiser"στα γαλλικά

épuiser
01

εξαντλώ, καταναλώνω

utiliser quelque chose jusqu'à ce qu'il n'en reste plus
épuiser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
épuise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
épuisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
épuiserai
ενεστώτα μετοχή
épuisant
παθητική μετοχή
épuisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
épuisions
Παραδείγματα
Ce travail a épuisé mon énergie.
Αυτή η δουλειά εξάντλησε την ενέργειά μου.
02

εξαντλούνται, διακόπτεται η έκδοση

ne plus être disponible à la vente parce que tous les exemplaires ont été vendus
Παραδείγματα
La première édition s' est épuisée en deux jours.
Η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε σε δύο ημέρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store