Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
épuiser
01
εξαντλώ, καταναλώνω
utiliser quelque chose jusqu'à ce qu'il n'en reste plus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
épuise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
épuisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
épuiserai
ενεστώτα μετοχή
épuisant
παθητική μετοχή
épuisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
épuisions
Παραδείγματα
Nous avons épuisé toutes nos ressources.
Έχουμε εξαντλήσει όλους τους πόρους μας.
02
εξαντλούνται, διακόπτεται η έκδοση
ne plus être disponible à la vente parce que tous les exemplaires ont été vendus
Παραδείγματα
Ce livre est épuisé depuis des années.
Αυτό το βιβλίο είναι εξαντλημένο εδώ και χρόνια.



























