Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'épilogue
01
επίλογος, τελικό μέρος
section placée à la fin d'une œuvre qui apporte une conclusion ou explique ce qui arrive après l'histoire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
épilogues
Παραδείγματα
L'épilogue révèle le destin des personnages.
Το επίλογο αποκαλύπτει τη μοίρα των χαρακτήρων.



























