l'épilogue
épilogue
epilɔg
epilawg
analogueprologuegéologuemonologue

Ορισμός και σημασία του "épilogue"στα γαλλικά

01

επίλογος, τελικό μέρος

section placée à la fin d'une œuvre qui apporte une conclusion ou explique ce qui arrive après l'histoire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
épilogues
Παραδείγματα
L'épilogue révèle le destin des personnages. 

Το επίλογο αποκαλύπτει τη μοίρα των χαρακτήρων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store