épiler
épiler
epile
epile
épicerépelerépier

Ορισμός και σημασία του "épiler"στα γαλλικά

épiler
01

αποτρίχωση, αφαίρεση τριχών

retirer les poils du corps par différentes méthodes comme la cire, l'épilateur électrique, le laser ou les crèmes dépilatoires 
épiler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
épile
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éplions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
épilerai
ενεστώτα μετοχή
épilant
παθητική μετοχή
épilé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éplions
Παραδείγματα
Elle s'épile les jambes une fois par semaine. 

Αυτή αποτριχώνει τα πόδια της μια φορά την εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store