Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
épiler
01
αποτρίχωση, αφαίρεση τριχών
retirer les poils du corps par différentes méthodes comme la cire, l'épilateur électrique, le laser ou les crèmes dépilatoires
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
épile
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éplions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
épilerai
ενεστώτα μετοχή
épilant
παθητική μετοχή
épilé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éplions
Παραδείγματα
Après s' être épilée, elle applique une crème hydratante pour apaiser la peau.
Μετά την αποτρίχωση, εφαρμόζει μια ενυδατική κρέμα για να καταπραΰνει το δέρμα.



























