Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'épilepsie
[gender: feminine]
01
maladie neurologique caractérisée par des crises récurrentes dues à une activité électrique anormale du cerveau
Παραδείγματα
L' épilepsie peut apparaître à tout âge.
Η επιληψία μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία.



























