Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'épicerie
01
κατάστημα τροφίμων, μάρκετ
magasin où l'on vend des aliments et des produits de consommation courante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
épiceries
Παραδείγματα
L' épicerie propose des produits locaux et bio.
Το μπακάλικο προσφέρει τοπικά και βιολογικά προϊόντα.



























