l'épicerie
Pronunciation
/episʀi/

Ορισμός και σημασία του "épicerie"στα γαλλικά

01

κατάστημα τροφίμων, μάρκετ

magasin où l'on vend des aliments et des produits de consommation courante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
épiceries
Παραδείγματα
L' épicerie propose des produits locaux et bio.
Το μπακάλικο προσφέρει τοπικά και βιολογικά προϊόντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store