éphémère
éphémère
efemɛʀ
efemer

Ορισμός και σημασία του "éphémère"στα γαλλικά

éphémère
01

qui dure très peu de temps ou disparaît rapidement 

γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό ενικό
éphémère
αρσενικό πληθυντικό
éphémères
θηλυκό ενικό
éphémère
θηλυκό πληθυντικό
éphémères
Παραδείγματα
Le bonheur qu'il ressentait était intense mais éphémère. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store