Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éphémère
01
qui dure très peu de temps ou disparaît rapidement
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό ενικό
éphémère
αρσενικό πληθυντικό
éphémères
θηλυκό ενικό
éphémère
θηλυκό πληθυντικό
éphémères
Παραδείγματα
La beauté éphémère du coucher de soleil attirait tous les regards.



























