épanouir
épanouir
epanwɪʁ
epanvir

Ορισμός και σημασία του "épanouir"στα γαλλικά

épanouir
01

ανθίζω, ευδοκιμώ

se développer pleinement ou progresser dans ses capacités ou sa personnalité 
épanouir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
épanouis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
épanouissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
épanouirai
ενεστώτα μετοχή
épanouissant
παθητική μετοχή
épanoui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
épanouissions
Παραδείγματα
Elle s'épanouit dans son nouveau travail. 

Αυτή αναπτύσσεται στη νέα της δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store