Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
épanouir
01
ανθίζω, ευδοκιμώ
se développer pleinement ou progresser dans ses capacités ou sa personnalité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
épanouis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
épanouissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
épanouirai
ενεστώτα μετοχή
épanouissant
παθητική μετοχή
épanoui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
épanouissions
Παραδείγματα
L' entreprise s' épanouit après la mise en place de la nouvelle stratégie.
Η εταιρεία αναπτύσσεται μετά την εφαρμογή της νέας στρατηγικής.



























