énigmatique
Pronunciation
/eniɡmatˈik/

Ορισμός και σημασία του "énigmatique"στα γαλλικά

énigmatique
01

αινιγματικός, μυστηριώδης

qui est difficile à comprendre ou à interpréter, mystérieux
énigmatique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus énigmatique
συγκριτικός βαθμός
plus énigmatique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
énigmatique
αρσενικό πληθυντικό
énigmatiques
θηλυκό ενικό
énigmatique
θηλυκό πληθυντικό
énigmatiques
Παραδείγματα
Il reste un personnage énigmatique dans l' histoire.
Παραμένει ένας αινιγματικός χαρακτήρας στην ιστορία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store