Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
énigmatique
01
αινιγματικός, μυστηριώδης
qui est difficile à comprendre ou à interpréter, mystérieux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus énigmatique
συγκριτικός βαθμός
plus énigmatique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
énigmatique
αρσενικό πληθυντικό
énigmatiques
θηλυκό ενικό
énigmatique
θηλυκό πληθυντικό
énigmatiques
Παραδείγματα
Il reste un personnage énigmatique dans l' histoire.
Παραμένει ένας αινιγματικός χαρακτήρας στην ιστορία.



























