Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
émouvant
01
συγκινητικός, συναισθηματικός
qui fait ressentir une forte émotion, souvent de tristesse
Παραδείγματα
Ce souvenir est émouvant chaque fois que j' y pense.
Αυτή η ανάμνηση είναι συγκινητική κάθε φορά που τη σκέφτομαι.



























