Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
émouvant
01
συγκινητικός, συναισθηματικός
qui fait ressentir une forte émotion, souvent de tristesse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus émouvant
συγκριτικός βαθμός
plus émouvant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
émouvant
αρσενικό πληθυντικό
émouvants
θηλυκό ενικό
émouvante
θηλυκό πληθυντικό
émouvantes
Παραδείγματα
Ce souvenir est émouvant chaque fois que j' y pense.
Αυτή η ανάμνηση είναι συγκινητική κάθε φορά που τη σκέφτομαι.



























