émotif
émotif
emɔt͡sɪf
emawtsif

Ορισμός και σημασία του "émotif"στα γαλλικά

01

συναισθηματικός, ευαίσθητος

qui exprime ou ressent facilement des émotions 
émotif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus émotif
συγκριτικός βαθμός
plus émotif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
émotif
αρσενικό πληθυντικό
émotifs
θηλυκό ενικό
émotive
θηλυκό πληθυντικό
émotives
Παραδείγματα
Il est très émotif lors des films tristes. 

Είναι πολύ συναισθηματικός κατά τη διάρκεια θλιβερών ταινιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store