Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
émotif
01
συναισθηματικός, ευαίσθητος
qui exprime ou ressent facilement des émotions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus émotif
συγκριτικός βαθμός
plus émotif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
émotif
αρσενικό πληθυντικό
émotifs
θηλυκό ενικό
émotive
θηλυκό πληθυντικό
émotives
Παραδείγματα
Une personne émotive peut pleurer facilement.
Ένα συναισθηματικό άτομο μπορεί να κλάψει εύκολα.



























