Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
émincer
01
couper de la nourriture en fines tranches
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
émince
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éminçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
émincerai
ενεστώτα μετοχή
éminçant
παθητική μετοχή
émincé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
émincions
Παραδείγματα
Tu as mal émincé l' ail, les morceaux sont trop gros.



























