émincer
Pronunciation
/emɛ̃se/

Ορισμός και σημασία του "émincer"στα γαλλικά

émincer
01

couper de la nourriture en fines tranches

émincer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
émince
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éminçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
émincerai
ενεστώτα μετοχή
éminçant
παθητική μετοχή
émincé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
émincions
Παραδείγματα
Tu as mal émincé l' ail, les morceaux sont trop gros.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store