émincer
émincer
emɛ̃se
emese
évincer

Ορισμός και σημασία του "émincer"στα γαλλικά

émincer
01

couper de la nourriture en fines tranches 

émincer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
émince
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éminçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
émincerai
ενεστώτα μετοχή
éminçant
παθητική μετοχή
émincé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
émincions
Παραδείγματα
Il faut émincer les oignons pour la recette. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store