Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éloigner
01
απομακρύνω, απομακρύνομαι
prendre de la distance ou s'éloigner de quelqu'un ou de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
éloigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éloignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éloignerai
ενεστώτα μετοχή
éloignant
παθητική μετοχή
éloigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éloignions
Παραδείγματα
Ils se sont éloignés pour discuter en privé.
Απομακρύνθηκαν για να συζητήσουν ιδιαιτέρως.



























