éloigner
éloigner
elwaɲe
elvanie
éloigné

Ορισμός και σημασία του "éloigner"στα γαλλικά

éloigner
01

απομακρύνω, απομακρύνομαι

prendre de la distance ou s'éloigner de quelqu'un ou de quelque chose 
éloigner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
éloigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éloignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éloignerai
ενεστώτα μετοχή
éloignant
παθητική μετοχή
éloigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éloignions
Παραδείγματα
Il s'éloigne de la foule pour se calmer. 

Απομακρύνεται από το πλήθος για να ηρεμήσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store