Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
électrisé
01
ηλεκτρισμένος, φορτισμένος ηλεκτρικά
qui a reçu une charge électrique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus électrisé
συγκριτικός βαθμός
plus électrisé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
électrisé
αρσενικό πληθυντικό
électrisés
θηλυκό ενικό
électrisée
θηλυκό πληθυντικό
électrisées
Παραδείγματα
Le système est électrisé pour fonctionner correctement.
Το σύστημα είναι ηλεκτρισμένο για να λειτουργεί σωστά.
02
ηλεκτρισμένος, ενθουσιασμένος
qui est très excité ou enthousiaste
Παραδείγματα
Le stade était électrisé par les supporters.
Το στάδιο ήταν ηλεκτρισμένο από τους οπαδούς.



























