électrisé
électrisé
elɛktʁize
elektrize

Ορισμός και σημασία του "électrisé"στα γαλλικά

électrisé
01

ηλεκτρισμένος, φορτισμένος ηλεκτρικά

qui a reçu une charge électrique 
électrisé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus électrisé
συγκριτικός βαθμός
plus électrisé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
électrisé
αρσενικό πληθυντικό
électrisés
θηλυκό ενικό
électrisée
θηλυκό πληθυντικό
électrisées
Παραδείγματα
Le fil est électrisé. 

Το νήμα είναι ηλεκτρισμένο.

02

ηλεκτρισμένος, ενθουσιασμένος

qui est très excité ou enthousiaste 
électrisé definition and meaning
Παραδείγματα
Le public était électrisé par le concert. 

Το κοινό ήταν ηλεκτρισμένο από τη συναυλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store