l'élection
Pronunciation
/elɛksjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "élection"στα γαλλικά

L'élection
[gender: feminine]
01

εκλογή, ψηφοφορία

processus par lequel on choisit quelqu'un par le vote
l'élection definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
élections
Παραδείγματα
Les citoyens participent à l' élection tous les cinq ans.
Οι πολίτες συμμετέχουν στις εκλογές κάθε πέντε χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store