l'électeur
électeur
elɛktaœ̯ʁ
elektaoer

Ορισμός και σημασία του "électeur"στα γαλλικά

01

ψηφοφόρος, εκλογέας

personne  qui vote lors d'une élection 
l'électeur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
électeurs
αρσενικό ενικό
électeur
θηλυκό ενικό
électrice
neutral form
votant
Παραδείγματα
L'électeur choisit son candidat préféré. 

Ο ψηφοφόρος επιλέγει τον προτιμώμενο υποψήφιό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store