Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'élargissement
01
διαπλάτυνση, επέκταση
action de rendre quelque chose plus large en dimension ou en taille
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
élargissements
Παραδείγματα
L'élargissement de la route facilitera la circulation.
Η διεύρυνση του δρόμου θα διευκολύνει την κυκλοφορία.
02
διεύρυνση, επέκταση
action d'augmenter l'étendue, la surface ou la portée de quelque chose
Παραδείγματα
L'élargissement du parc offre plus d'espace aux habitants.
Η επέκταση του πάρκου προσφέρει περισσότερο χώρο στους κατοίκους.



























