l'élargissement
élargissement
elaʁʒismɑ̃
elarzhismaa

Ορισμός και σημασία του "élargissement"στα γαλλικά

L'élargissement
01

διαπλάτυνση, επέκταση

action de rendre quelque chose plus large en dimension ou en taille 
l'élargissement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
élargissements
Παραδείγματα
L'élargissement de la route facilitera la circulation. 

Η διεύρυνση του δρόμου θα διευκολύνει την κυκλοφορία.

02

διεύρυνση, επέκταση

action d'augmenter l'étendue, la surface ou la portée de quelque chose 
Παραδείγματα
L'élargissement du parc offre plus d'espace aux habitants. 

Η επέκταση του πάρκου προσφέρει περισσότερο χώρο στους κατοίκους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store