Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
élargir
01
διευρύνω, επεκτείνω
rendre quelque chose plus large en dimension ou en taille
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
élargis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
élargissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
élargirai
ενεστώτα μετοχή
élargissant
παθητική μετοχή
élargi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
élargissions
Παραδείγματα
Ils ont élargi la route pour faciliter la circulation.
Διεύρυναν το δρόμο για να διευκολύνουν την κυκλοφορία.
02
επεκτείνω, διευρύνω
augmenter la portée, l'étendue ou la surface de quelque chose
Παραδείγματα
Ils ont élargi le territoire agricole en achetant des terres voisines.
Επέκτειναν την αγροτική περιοχή αγοράζοντας γειτονικές εκτάσεις.



























