Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
élargir
01
διευρύνω, επεκτείνω
rendre quelque chose plus large en dimension ou en taille
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
élargis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
élargissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
élargirai
ενεστώτα μετοχή
élargissant
παθητική μετοχή
élargi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
élargissions
Παραδείγματα
L' entreprise a élargi la porte du garage pour accueillir un camion.
Η εταιρεία διεύρυνε την πόρτα του γκαράζ για να φιλοξενήσει ένα φορτηγό.
02
επεκτείνω, διευρύνω
augmenter la portée, l'étendue ou la surface de quelque chose
Παραδείγματα
Le gouvernement veut élargir le réseau de transport urbain.
Η κυβέρνηση θέλει να επεκτείνει το δίκτυο αστικών μεταφορών.



























