élancé
élancé
elɑ̃se
elaase
élancer

Ορισμός και σημασία του "élancé"στα γαλλικά

01

λεπτός, χαριτωμένος

mince et élégant avec une silhouette allongée 
élancé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus élancé
συγκριτικός βαθμός
plus élancé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
élancé
αρσενικό πληθυντικό
élancés
θηλυκό ενικό
élancée
θηλυκό πληθυντικό
élancées
Παραδείγματα
Le cygne a un cou élancé et gracieux. 

Ο κύκνος έχει λεπτό και χαριτωμένο λαιμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store