élancé
Pronunciation
/elɑ̃se/

Ορισμός και σημασία του "élancé"στα γαλλικά

01

λεπτός, χαριτωμένος

mince et élégant avec une silhouette allongée
élancé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus élancé
συγκριτικός βαθμός
plus élancé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
élancé
αρσενικό πληθυντικό
élancés
θηλυκό ενικό
élancée
θηλυκό πληθυντικό
élancées
Παραδείγματα
Le chat élancé se faufile entre les barreaux.
Η λεπτή και κομψή γάτα γλιστράει ανάμεσα στα κάγκελα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store