Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
élaguer
01
κλαδεύω, κλαδεύω τα κλαδιά
couper méthodiquement les branches d'un arbre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
élague
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
élaguons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
élaguerai
ενεστώτα μετοχή
élaguant
παθητική μετοχή
élagué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
élaguions
Παραδείγματα
Il faut élaguer les arbres fruitiers en hiver.
Πρέπει να κλαδεύουμε τα οπωροφόρα δέντρα το χειμώνα.



























