élaguer
Pronunciation
/elage/

Ορισμός και σημασία του "élaguer"στα γαλλικά

élaguer
01

κλαδεύω, κλαδεύω τα κλαδιά

couper méthodiquement les branches d'un arbre
élaguer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
élague
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
élaguons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
élaguerai
ενεστώτα μετοχή
élaguant
παθητική μετοχή
élagué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
élaguions
Παραδείγματα
La mairie fait élaguer les arbres de la rue chaque année.
Ο δήμος κάνει κλαδεύει τα δέντρα του δρόμου κάθε χρόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store