l'église
ég
eg
εγκ
lise
lɪz
λιζ

Ορισμός και σημασία του "église"στα γαλλικά

01

εκκλησία, ναός

bâtiment les chrétiens vont prier 
l'église definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
églises
Παραδείγματα
L'église est au centre du village. 

Η εκκλησία βρίσκεται στο κέντρο του χωριού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store