l'économiste
Pronunciation
/ekɔnɔmˈist/

Ορισμός και σημασία του "économiste"στα γαλλικά

L'économiste
[gender: masculine]
01

οικονομολόγος, οικονομικός αναλυτής

personne qui étudie, analyse et prévoit les phénomènes économiques, comme la production, la consommation, les marchés et les politiques financières
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
économistes
Παραδείγματα
Les économistes débattent souvent des politiques fiscales et monétaires.
Οι οικονομολόγοι συχνά συζητούν για τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store