Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
économique
01
οικονομικός, φειδωλός
qui permet de réduire les dépenses ou de consommer peu de ressources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus économique
συγκριτικός βαθμός
plus économique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
économique
αρσενικό πληθυντικό
économiques
θηλυκό ενικό
économique
θηλυκό πληθυντικό
économiques
Παραδείγματα
Utiliser les transports en commun est plus économique que la voiture.
Η χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς είναι πιο οικονομική από το αυτοκίνητο.
02
οικονομικός, οικονομική
qui se rapporte à l'économie, aux finances ou à la production de biens et services
Παραδείγματα
Les experts discutent des conséquences économiques de la pandémie.
Οι ειδικοί συζητούν τις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας.



























