Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'économie
01
οικονομία, οικονομικό σύστημα
ensemble des activités liées à la production, la distribution et la consommation des biens et services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
économies
Παραδείγματα
L'économie du pays est en croissance.
Η οικονομία της χώρας αναπτύσσεται.
02
οικονομίες, αποταμιεύσεις
argent qu'on garde et ne dépense pas
Παραδείγματα
Il met ses économies à la banque.
Βάζει τις οικονομίες του στην τράπεζα.



























